Διαβητολογικό Ιατρείο
Ο διαβήτης σχετίζεται με το σύγχρονο τρόπο ζωής και μπορεί να εξελιχθεί σε κατάσταση επικίνδυνη για τον ασθενή.
Έχει διάφορες μορφές ανάλογα με την αιτία που τον προκαλεί. Ενημερωθείτε για τα κυριότερα ζητήματα γύρω από την πάθηση και επενδύστε στο τρίπτυχο Πρόληψη-Διάγνωση-Θεραπεία για μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
- Διαβήτης Τύπου 1
- Διαβήτης Τύπου 2
- Διαβήτης Κύησης
- MODY
- Νεογνικός Διαβήτης
- Δευτεροπαθείς αιτίες Διαβήτη
- Διαβητικό Πόδι
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 παρουσιάζεται κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία με ααυτοάνοσο χαρακτήρα κατά τον οποίο παράγονται αυτοαντισώματα από τον οργανισμό τα οποία επιτίθενται και καταστρέφουν τα β-κύτταρα του παγκρέατος με αποτέλεσμα να εκκρίνεται ελάχιστη ή καθόλου ινσουλίνη.Ο Διαβήτης τύπου 1 εμφανίζεται σταδιακά χωρίς να εκδηλώνει συμπτώματα ενώ η ανοσολογική αντίδραση εκδηλώνεται αυτόματα ή μετά από κάποια εξωγενή αιτία όπως μια μόλυνση ή ίωση.
Η διάγνωση του Διαβήτη Τύπου 1 δε συμπίπτει με την έναρξη της νόσου, γεγονός που σημαίνει ότι πιθανόν έχει καταστραφεί σημαντικός αριθμός β-κυττάρων του παγκρέατος και τείνει να μηδενιστεί η φυσιολογική έκκριση ινσουλίνης. Συνεπώς ο οργανισμός δε μπορεί να παράγει την ποσότητα ινσουλίνης που έχει ανάγκη και θα χρειαστεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο, εξωγενώς. Η θεραπεία με ινσουλίνη θα πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες του εκάστοτε οργανισμού όπως θα γινόταν με φυσιολογική έκκριση ινσουλίνης. Σε κάθε περίπτωση ο αυτοέλεγχος είναι απαραίτητος για την παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος και της θεραπείας με ινσουλίνη.

Ο διαβήτης τύπου 2 και των πρώιμων διαταραχών (προδιαβήτη) γίνεται αντιληπτός μέσω της αυξημένης τιμής γλυκόζης στο αίμα. Συχνά είναι ασυμπωματικός για αρκετά χρόνια καθώς η υπεργλυκαιμία αυξάνεται σταδιακά και δεν είναι εξ αρχής σοβαρή ώστε να εμφανίσει συμπτώματα όπως η πολυδιψία ή η πολυουρία. Εκδηλώνεται ενώ τα β-κύτταρα του παγκρέατος παρουσιάζουν διαταραχές στην παραγωγή ινσουλίνης με αποτέλεσμα να αυξάνοντα τα επίπεδα γλυκόζης πάνω από τα φυσιολογικά όρια. Συχνά η εμφάνιση διαβήτη σχετίζεται με την παχυσαρκία η οποία οδηγεί σε αντίσταση σττην ινσουλίνη, υπερινσουλιναιμία και διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη. Η αντίσταση στην ινσουλίνη και η υπεργλυκαιμία του διαβήτη που ακολουθεί ενέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων (καρδιακή προσβολ, αγγειακό επεισόδιο) ενώ αν ο διαβήτης δεν αντιμετωπιστεί κατάλληλα μπορεί να προκληθεί νεφρική νόσος, διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια με απώλεια όρασης, διαβητική νευροπάθεια ή μακροαγγειοπάθεια των άκρων.
Προσυμπτωματικός έλεγχος για διαβήτη τύπου 2 πρέπει να γίνεται σε όλα τα άτομα άνω των 45 ετών, άτομα υπέρβαρα ή παχύσαρκα με παράγοντες κινδύνου όπως συγγενή 1ου βαθμού με διαβήτη, ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, καθιστική ζωή ή σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών για τις γυναίκες. Επίσης οι γυναίκες που έχουν εμφανίσει διαβήτη κύησης πρέπει να ελέγχονται κάθε 3 χρόνια ενώ όσο έχουν διαγνωστεί με προδιαβήτη κάθε 1 χρόνο.
Για την πρόληψη του διαβήτη τύπου 2 ή την επιβράδυνση εμφάνισής του βασική παράμετρος είναι η μεταβολή του τρόπου ζωής, η διατήρηση του σωματικού βάρους ή η απώλεια κιλών για υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς σε συνδυασμό με άσκηση και ισορροπημένη διατροφή. Άτομα που έχουν εμφανίσει διαβήτη τύπου 2 μπορούν μέσω της αυστηρής διατροφής να το αντιστρέψουν.

Ο διαβήτης κύησης είναι μια μορφή διαβήτη που παρουσιάζεται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και έχει ως αποτέλεσμα να συσσωρεύεται γλυκόζη στο αίμα καθώς η αύξηση της έκκρισης ορμονών από τον πλακούντα εμποδίζει την ινσουλίνη να μεταφέρει τη γλυκόζη στα κύτταρα. Άν και στην πλειονότητα των περιπτώσεων τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ρυθμίζονται με διατροφή και άσκηση, ωστόσο σε κάποια περιστατικά ίσως χρειαστεί εντατικότερη θεραπεία με ινσουλίνη.Μετά τον τοκετό, ο διαβήτης κύησης υποχωρεί αν και κάποιες γυναίκες μπορεί να βρεθούν εκ νέου αντιμέτωπες με τον διαβήτη.
Παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση διαβήτη κύησης είναι το οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, η παχυσαρκί, η ηλικία της μητέρας, ο καθιστικός τρόπος ζωής, ιστορικό διαβήτη σε προηγούμενη κύηση, ιστορικό πολυκυστικών ωοθηκών ή αντίστασης στην ινσουλίνη.
Κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης , με έλεγχο νηστείας (γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης ,εάν το σάκχαρο εμφανιστεί άνω του 92mg/dl θεωρείται οτι η ασθενής πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη είτε κύησης είτε υπάρχοντα ανάλογα με τα επίπεδα σακχάρου και πρέπει να απευθυνθεί στον ειδικό προκειμένου να ξεκινήσει κατάλληλη αγωγή. Η διάγνωση του διαβήτη κύησης πραγματοποιείται κατά την 24η-28η εβδομάδα ακολουθώντας μιας διαδικασία νηστείας με βάση τις οδηγίες του γιατρού.
Ο καλά ρυθμισμένος διαβήτης κύησης συνεπάγεται και υγιή μωρά. Όμως αν δε γίνει έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση μπορούν να προκληθούν σοβαρά προβλήματα τόσο στο έμβρυο όσο και στη μητέρα. Με πολύ υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα το έμβρυιπαράγει περισσότερη ινσουλίνη με κίνδυνο να είναι υπερβολικά μεγάλο ή να έχει μακροσωμία (άνω των 4 κιλών), να χρειαστεί καισαρική τομή ή να αντιμετωπίσει μετά τη γέννηση προβλήματα όπως υπογλυκαιμία ή αναπνευστική δυσχέρεια. Αλλά και η έγκυος με αρρύθμιστο διαβήτη μπορεί να έρθει αντιμέτωπη με προεκλαμψία ή πρόωρο τοκετό.
Σε κάθε περίπτωση η κατάλληλη διατροφή κατά τις οδηγίες του γιατρού είναι το κλειδί στις περισσότερες περιπτώσεις για την αντιμετώπιση του διαβήτη κύησης.

Πρόκειται για μια σπάνια μορφή μονογονιδιακού διαβήτη που προκαλείται από ένα ελαττωματικό γονίδιο, το οποίο έχει σχέση με τη διαφοροποίηση των β-κυττάρων του παγκρέατος ή του γονιδίου της ινσουλίνης. Συναντάται σε διάφορους τύπους ενώ εμφανίζεται πρίν τα 25 έτη γι’αυτό είναι γνωστός και ώς διαβήτης των νέων. Ενδεικτικά ο υποτύπος MODY 2 προκαλείται από μεταλλάξεις στο GCK γονίδιο που παράγει την γλυκοκινάση η οποία είναι καθοριστικής σημασίας για το μεταβολισμό της γλυκόζης. Η διάγνωση γίνεται με μοριακό έλεγχο για την ανίχνευση μεταλλάξεων και ελλειμμάτων στα αντίστοιχα γονίδια που προκαλούν τον εκάστοτε τύπο MODY.

O Nεογνικός διαβήτης είναι μια σπάνια, μονογονιδιακή, κληρονομική μορφή διαβήτη, που εμφανίζεται κατά τους πρώτους 6 μήνες ζωής. Τα βρέφη με νεογνικό διαβήτη έχουν υπεργλυκαιμία ώς απόρροια βλάβης στην επιφάνεια ενός κυττάρου, με συνέπεια να μην παράγουν επαρκείς ποσότητες ινσουλίνης. Η διάγνωσή του αρκετές φορές συγχέεται με τον διαβήτη Τύπου 1 , ο οποίος ωστόσο εμφανίζεται μετά τον 6° μήνα ζωής.

Ο διαβήτης που προέρχεται από μια νόσο της οποίας οι αιτίες δε σχετίζονται με τα β-κύτταρα του παγκρέατος ή την επάρκεια ινσουλίνης θεωρείται Δευτεροπαθής.Τέτοιες νόσοι είναι του παγκρέατος ,δηλαδή η παγκρεατίτιδα, ο τραυματισμός του παγκρέατος, η κυστική ίνωση ή οι νεοπλασίες.Σε δευτεροπαθή διαβήτη μπορούν ωστόσο να οδηγήσουν ενδοκρινοπάθειες όπως η ακρομεγαλία, το σύνδρομο Cushing, το φαιοχρωμοκύτομα ή ο υπερθυροειδισμός.Με δευτεροπαθή διαβήτη μπορούν να συσχετιστούν φάρμακα και τοξικές ουσίες όπως τα νέα φάρμακα κατά του καρκίνου,τα μονοκλωνικά αντισώματα εναντίον πρωτεινών του ανοσοποιητικού,φάρμακα κατά των λοιμώξεων,αντιψυχωτικά,αντιυπερτασικά και ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Η κατάχρηση αλκοόλ είναι μία από τις συχνότερες αιτίες της χρόνιας αλκοολικής παγκρεατίτιδας και του διαβήτη ή κάποιοι ιοί όπως η συγγενής ερυθρά κ ο μεγαλοκυτταροιός.

Ώς διαβητικό πόδι ορίζονται ορατές ή μη ορατές βλάβες όπως η διαβητική νευροπάθεια (επώδυνη ή μη), η ισχαιμία των κάτω άκρων ή το σύνδρομο ανήσυχων παιδιών που προκαλούνται σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη λόγω βλάβης των νεύρων (νευροπάθεια) ή και των αγγείων (ισχαιμία) κατά την οποία δέν έρχεται αρκετό αίμα στο πόδι εξαιτίας φραγμένων αρτηριών. Οποιαδήποτε βλάβη στο πόδι από τον αστράγαλο και κάτω σε ασθενή με διαβητική νεροπάθεια ή και ισχαιμία κάτω άκρων θεωρείται βλάβη διαβητικού ποδιού ενώ στην επώδυνη διαβητική νευροπάθεια εκδηλώνεται μούδιασμα ή πόνος στο πόδι, συνήθως τη νύχτα, χωρίς να υπάρχει εμφανή αιτία.
Η διαβητική νευροπάθεια προκαλεί απώλεια των αισθήσεων στο πόδι με αποτέλεσμα ο πάσχων να μη νιώθει πόνο από οποιονδήποτε τραυματισμό, να μην προστατεύει τα πόδια του και να προκαλείτε πληγή η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια αφού δεν αισθάνεται ενόχληση και δεν λαμβάνει έγκαιρα μέτρα. Συνεπώς είναι πιθανό να μολυνθεί η πληγή και η λοίμωξη να επεκταθεί σε μύες ή οστά τα οποία πλέον δεν προστατεύονται. Οι βαριές λοιμώξεις οδηγούν σε γάγγραινα ή θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ασθενούς. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία προλαμβάνει τυχόν πληγή ή επικίνδυνες καταστάσεις.
Ανάλογα με την αιτία και τον τρόπο εκδήλωσης το διαβητικό πόδι διακρίνεται σε νευροπαθητικό πόδι στο οποίο επικρατεί η νευροπάθεια, ισχαιμικό πόδι όπου επικράτεί η ισχαιμία ή νευροϊσχαιµικό το οποίο συνδυάζει τις δύο προηγούμενες κατηγορίες.
Βασικός στόχος συνιστά η σωστή ρύθμιση του σακχάρουμε σκοπό να επιβραδυνθεί η συσσώρευση της αρτηριοσκληρωτικής πλάκας στα τοιχώματα των αρτηριών και η διαβητική νευροπάθεια. Τυχόν αρτηριακές βλάβες αντιμετωπίζονται στα πλαίσια αγγειοχειρουργικής με κλασικές χειρουργικές τεχνικές ή με σύγχρονες ενδοαγγειακές τεχνικές που εμπεριέχουν λιγότερες επιπλοκές και μικρότερο χρόνο νοσηλείας.

Ο διαβήτης σχετίζεται με το σύγχρονο τρόπο ζωής και μπορεί να εξελιχθεί σε κατάσταση επικίνδυνη για τον ασθενή.
Έχει διάφορες μορφές ανάλογα με την αιτία που τον προκαλεί. Ενημερωθείτε για τα κυριότερα ζητήματα γύρω από την πάθηση και επενδύστε στο τρίπτυχο Πρόληψη-Διάγνωση-Θεραπεία για μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
- Διαβήτης Τύπου 1
- Διαβήτης Τύπου 2
- Διαβήτης Κύησης
- MODY
- Νεογνικός Διαβήτης
- Δευτεροπαθείς αιτίες Διαβήτη
- Διαβητικό Πόδι
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 παρουσιάζεται κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία με ααυτοάνοσο χαρακτήρα κατά τον οποίο παράγονται αυτοαντισώματα από τον οργανισμό τα οποία επιτίθενται και καταστρέφουν τα β-κύτταρα του παγκρέατος με αποτέλεσμα να εκκρίνεται ελάχιστη ή καθόλου ινσουλίνη.Ο Διαβήτης τύπου 1 εμφανίζεται σταδιακά χωρίς να εκδηλώνει συμπτώματα ενώ η ανοσολογική αντίδραση εκδηλώνεται αυτόματα ή μετά από κάποια εξωγενή αιτία όπως μια μόλυνση ή ίωση.
Η διάγνωση του Διαβήτη Τύπου 1 δε συμπίπτει με την έναρξη της νόσου, γεγονός που σημαίνει ότι πιθανόν έχει καταστραφεί σημαντικός αριθμός β-κυττάρων του παγκρέατος και τείνει να μηδενιστεί η φυσιολογική έκκριση ινσουλίνης. Συνεπώς ο οργανισμός δε μπορεί να παράγει την ποσότητα ινσουλίνης που έχει ανάγκη και θα χρειαστεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο, εξωγενώς. Η θεραπεία με ινσουλίνη θα πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες του εκάστοτε οργανισμού όπως θα γινόταν με φυσιολογική έκκριση ινσουλίνης. Σε κάθε περίπτωση ο αυτοέλεγχος είναι απαραίτητος για την παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος και της θεραπείας με ινσουλίνη.

Ο διαβήτης τύπου 2 και των πρώιμων διαταραχών (προδιαβήτη) γίνεται αντιληπτός μέσω της αυξημένης τιμής γλυκόζης στο αίμα. Συχνά είναι ασυμπωματικός για αρκετά χρόνια καθώς η υπεργλυκαιμία αυξάνεται σταδιακά και δεν είναι εξ αρχής σοβαρή ώστε να εμφανίσει συμπτώματα όπως η πολυδιψία ή η πολυουρία. Εκδηλώνεται ενώ τα β-κύτταρα του παγκρέατος παρουσιάζουν διαταραχές στην παραγωγή ινσουλίνης με αποτέλεσμα να αυξάνοντα τα επίπεδα γλυκόζης πάνω από τα φυσιολογικά όρια. Συχνά η εμφάνιση διαβήτη σχετίζεται με την παχυσαρκία η οποία οδηγεί σε αντίσταση σττην ινσουλίνη, υπερινσουλιναιμία και διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη. Η αντίσταση στην ινσουλίνη και η υπεργλυκαιμία του διαβήτη που ακολουθεί ενέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων (καρδιακή προσβολ, αγγειακό επεισόδιο) ενώ αν ο διαβήτης δεν αντιμετωπιστεί κατάλληλα μπορεί να προκληθεί νεφρική νόσος, διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια με απώλεια όρασης, διαβητική νευροπάθεια ή μακροαγγειοπάθεια των άκρων.
Προσυμπτωματικός έλεγχος για διαβήτη τύπου 2 πρέπει να γίνεται σε όλα τα άτομα άνω των 45 ετών, άτομα υπέρβαρα ή παχύσαρκα με παράγοντες κινδύνου όπως συγγενή 1ου βαθμού με διαβήτη, ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, καθιστική ζωή ή σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών για τις γυναίκες. Επίσης οι γυναίκες που έχουν εμφανίσει διαβήτη κύησης πρέπει να ελέγχονται κάθε 3 χρόνια ενώ όσο έχουν διαγνωστεί με προδιαβήτη κάθε 1 χρόνο.
Για την πρόληψη του διαβήτη τύπου 2 ή την επιβράδυνση εμφάνισής του βασική παράμετρος είναι η μεταβολή του τρόπου ζωής, η διατήρηση του σωματικού βάρους ή η απώλεια κιλών για υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς σε συνδυασμό με άσκηση και ισορροπημένη διατροφή. Άτομα που έχουν εμφανίσει διαβήτη τύπου 2 μπορούν μέσω της αυστηρής διατροφής να το αντιστρέψουν.

Ο διαβήτης κύησης είναι μια μορφή διαβήτη που παρουσιάζεται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και έχει ως αποτέλεσμα να συσσωρεύεται γλυκόζη στο αίμα καθώς η αύξηση της έκκρισης ορμονών από τον πλακούντα εμποδίζει την ινσουλίνη να μεταφέρει τη γλυκόζη στα κύτταρα. Άν και στην πλειονότητα των περιπτώσεων τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ρυθμίζονται με διατροφή και άσκηση, ωστόσο σε κάποια περιστατικά ίσως χρειαστεί εντατικότερη θεραπεία με ινσουλίνη.Μετά τον τοκετό, ο διαβήτης κύησης υποχωρεί αν και κάποιες γυναίκες μπορεί να βρεθούν εκ νέου αντιμέτωπες με τον διαβήτη.
Παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση διαβήτη κύησης είναι το οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, η παχυσαρκί, η ηλικία της μητέρας, ο καθιστικός τρόπος ζωής, ιστορικό διαβήτη σε προηγούμενη κύηση, ιστορικό πολυκυστικών ωοθηκών ή αντίστασης στην ινσουλίνη.
Κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης , με έλεγχο νηστείας (γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης ,εάν το σάκχαρο εμφανιστεί άνω του 92mg/dl θεωρείται οτι η ασθενής πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη είτε κύησης είτε υπάρχοντα ανάλογα με τα επίπεδα σακχάρου και πρέπει να απευθυνθεί στον ειδικό προκειμένου να ξεκινήσει κατάλληλη αγωγή. Η διάγνωση του διαβήτη κύησης πραγματοποιείται κατά την 24η-28η εβδομάδα ακολουθώντας μιας διαδικασία νηστείας με βάση τις οδηγίες του γιατρού.
Ο καλά ρυθμισμένος διαβήτης κύησης συνεπάγεται και υγιή μωρά. Όμως αν δε γίνει έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση μπορούν να προκληθούν σοβαρά προβλήματα τόσο στο έμβρυο όσο και στη μητέρα. Με πολύ υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα το έμβρυιπαράγει περισσότερη ινσουλίνη με κίνδυνο να είναι υπερβολικά μεγάλο ή να έχει μακροσωμία (άνω των 4 κιλών), να χρειαστεί καισαρική τομή ή να αντιμετωπίσει μετά τη γέννηση προβλήματα όπως υπογλυκαιμία ή αναπνευστική δυσχέρεια. Αλλά και η έγκυος με αρρύθμιστο διαβήτη μπορεί να έρθει αντιμέτωπη με προεκλαμψία ή πρόωρο τοκετό.
Σε κάθε περίπτωση η κατάλληλη διατροφή κατά τις οδηγίες του γιατρού είναι το κλειδί στις περισσότερες περιπτώσεις για την αντιμετώπιση του διαβήτη κύησης.

Πρόκειται για μια σπάνια μορφή μονογονιδιακού διαβήτη που προκαλείται από ένα ελαττωματικό γονίδιο, το οποίο έχει σχέση με τη διαφοροποίηση των β-κυττάρων του παγκρέατος ή του γονιδίου της ινσουλίνης. Συναντάται σε διάφορους τύπους ενώ εμφανίζεται πρίν τα 25 έτη γι’αυτό είναι γνωστός και ώς διαβήτης των νέων. Ενδεικτικά ο υποτύπος MODY 2 προκαλείται από μεταλλάξεις στο GCK γονίδιο που παράγει την γλυκοκινάση η οποία είναι καθοριστικής σημασίας για το μεταβολισμό της γλυκόζης. Η διάγνωση γίνεται με μοριακό έλεγχο για την ανίχνευση μεταλλάξεων και ελλειμμάτων στα αντίστοιχα γονίδια που προκαλούν τον εκάστοτε τύπο MODY.

O Nεογνικός διαβήτης είναι μια σπάνια, μονογονιδιακή, κληρονομική μορφή διαβήτη, που εμφανίζεται κατά τους πρώτους 6 μήνες ζωής. Τα βρέφη με νεογνικό διαβήτη έχουν υπεργλυκαιμία ώς απόρροια βλάβης στην επιφάνεια ενός κυττάρου, με συνέπεια να μην παράγουν επαρκείς ποσότητες ινσουλίνης. Η διάγνωσή του αρκετές φορές συγχέεται με τον διαβήτη Τύπου 1 , ο οποίος ωστόσο εμφανίζεται μετά τον 6° μήνα ζωής.

Ο διαβήτης που προέρχεται από μια νόσο της οποίας οι αιτίες δε σχετίζονται με τα β-κύτταρα του παγκρέατος ή την επάρκεια ινσουλίνης θεωρείται Δευτεροπαθής.Τέτοιες νόσοι είναι του παγκρέατος ,δηλαδή η παγκρεατίτιδα, ο τραυματισμός του παγκρέατος, η κυστική ίνωση ή οι νεοπλασίες.Σε δευτεροπαθή διαβήτη μπορούν ωστόσο να οδηγήσουν ενδοκρινοπάθειες όπως η ακρομεγαλία, το σύνδρομο Cushing, το φαιοχρωμοκύτομα ή ο υπερθυροειδισμός.Με δευτεροπαθή διαβήτη μπορούν να συσχετιστούν φάρμακα και τοξικές ουσίες όπως τα νέα φάρμακα κατά του καρκίνου,τα μονοκλωνικά αντισώματα εναντίον πρωτεινών του ανοσοποιητικού,φάρμακα κατά των λοιμώξεων,αντιψυχωτικά,αντιυπερτασικά και ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Η κατάχρηση αλκοόλ είναι μία από τις συχνότερες αιτίες της χρόνιας αλκοολικής παγκρεατίτιδας και του διαβήτη ή κάποιοι ιοί όπως η συγγενής ερυθρά κ ο μεγαλοκυτταροιός.

Ώς διαβητικό πόδι ορίζονται ορατές ή μη ορατές βλάβες όπως η διαβητική νευροπάθεια (επώδυνη ή μη), η ισχαιμία των κάτω άκρων ή το σύνδρομο ανήσυχων παιδιών που προκαλούνται σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη λόγω βλάβης των νεύρων (νευροπάθεια) ή και των αγγείων (ισχαιμία) κατά την οποία δέν έρχεται αρκετό αίμα στο πόδι εξαιτίας φραγμένων αρτηριών. Οποιαδήποτε βλάβη στο πόδι από τον αστράγαλο και κάτω σε ασθενή με διαβητική νεροπάθεια ή και ισχαιμία κάτω άκρων θεωρείται βλάβη διαβητικού ποδιού ενώ στην επώδυνη διαβητική νευροπάθεια εκδηλώνεται μούδιασμα ή πόνος στο πόδι, συνήθως τη νύχτα, χωρίς να υπάρχει εμφανή αιτία.
Η διαβητική νευροπάθεια προκαλεί απώλεια των αισθήσεων στο πόδι με αποτέλεσμα ο πάσχων να μη νιώθει πόνο από οποιονδήποτε τραυματισμό, να μην προστατεύει τα πόδια του και να προκαλείτε πληγή η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια αφού δεν αισθάνεται ενόχληση και δεν λαμβάνει έγκαιρα μέτρα. Συνεπώς είναι πιθανό να μολυνθεί η πληγή και η λοίμωξη να επεκταθεί σε μύες ή οστά τα οποία πλέον δεν προστατεύονται. Οι βαριές λοιμώξεις οδηγούν σε γάγγραινα ή θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ασθενούς. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία προλαμβάνει τυχόν πληγή ή επικίνδυνες καταστάσεις.
Ανάλογα με την αιτία και τον τρόπο εκδήλωσης το διαβητικό πόδι διακρίνεται σε νευροπαθητικό πόδι στο οποίο επικρατεί η νευροπάθεια, ισχαιμικό πόδι όπου επικράτεί η ισχαιμία ή νευροϊσχαιµικό το οποίο συνδυάζει τις δύο προηγούμενες κατηγορίες.
Βασικός στόχος συνιστά η σωστή ρύθμιση του σακχάρουμε σκοπό να επιβραδυνθεί η συσσώρευση της αρτηριοσκληρωτικής πλάκας στα τοιχώματα των αρτηριών και η διαβητική νευροπάθεια. Τυχόν αρτηριακές βλάβες αντιμετωπίζονται στα πλαίσια αγγειοχειρουργικής με κλασικές χειρουργικές τεχνικές ή με σύγχρονες ενδοαγγειακές τεχνικές που εμπεριέχουν λιγότερες επιπλοκές και μικρότερο χρόνο νοσηλείας.

